ρίγα

ρίγα
η линейка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ρίγα" в других словарях:

  • ρίγα — Πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Λετονίας. Βρίσκεται στις όχθες του δυτικού Ντβινά (Νταουγκάβα), κοντά στις εκβολές του στον κόλπο της Ρ. (Βαλτική). Ιδρυμένη το 1201 από τον επίσκοπο Αλβέρτο της Λιβονίας, έγινε επισκοπική έδρα και, στα μέσα του… …   Dictionary of Greek

  • ρίγα — η (λ. λατ.) 1. κανόνας ξύλινος ή μετάλλινος. 2. ράβδωση σε ύφασμα ή άλλη επιφάνεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ῥίγα — ῥί̱γᾱ , ῥῖγος frost neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πάντερ, Κριστιάν — (Ρίγα 1794 – Πετρούπολη 1865). Ρώσος εμβρυολόγος, παλαιοντολόγος και γεωλόγος. Σπούδασε στο ινστιτούτο του Ντερπτ και σε διάφορα ινστιτούτα της Γερμανίας. Διετέλεσε μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Πετρούπολης. Το 1842 διορίστηκε στο υπουργείο… …   Dictionary of Greek

  • Λετονία — Κράτος της βορειοανατολικής Ευρώπης, στη χερσόνησο της Βαλτικής. Συνορεύει στα Β με την Εσθονία, στα Α με τη Ρωσία και στα Ν με τη Λευκορωσία και τη Λιθουανία, ενώ βρέχεται στα Δ από τη Βαλτική θάλασσα και στα Β από τον κόλπο της Ρίγα, έναν… …   Dictionary of Greek

  • αρίδα — η (AM ἀρίς, ίδος) 1. το τρυπάνι 2. φρ. «ηύρε η αρίδα ρόζο» (για απροσδόκητο εμπόδιο) μσν. νεοελλ. η ρίγα, ο χάρακας του μαραγκού νεοελλ. 1. η κνήμη ή το πόδι γενικότερα 2. φρ. (συνήθως με σκωπτική σημασία) «απλώνω, ξαπλώνω, τεντώνω την αρίδα μου» …   Dictionary of Greek

  • ρήγλα — η / ῥήγλα, ΝΜΑ, και ρίγλα Ν 1. ράβδος με την οποία ισιώνουν την επιφάνεια τών μέτρων χωρητικότητας τών σιτηρών 2. χάρακας, κανόνας νεοελλ. η ρίγα αρχ. 1. (κατά τον Ησύχ.) «ῥήγλαι σίδηρα ὡς ῥάβδοι» 2. ο έστωρ* (Ι). [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. regula… …   Dictionary of Greek

  • σίγα — Α 1. (ως επίρρ.) α) σιωπηλά («ἄκουε σῑγα», Σοφ.) β) με σιγανή φωνή, ψιθυριστά («σῑγα σήμαινε», Σοφ.) 2. (ως επιφών.) σιωπή! [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για επίρρ. άγνωστης ετυμολ. που, κατά την επικρατέστερη άποψη, αποτελεί εκφραστικό σχηματισμό από θ. σι …   Dictionary of Greek

  • Χέρντερ, Γιόχαν Γκότφριντ — (Herder, Μόρουνγκεν, Ανατολική Πρωσία 1744 – Βαϊμάρη 1803). Γερμανός θεολόγος και φιλόσοφος. Το 1762 πήγε στο Κένιξμπεργκ όπου έγινε μαθητής του Καντ και συνδέθηκε φιλικά με τον Χάμαν. Στη συνέχεια πήγε στη Ρίγα (1764), όπου έγινε πάστορας. Το… …   Dictionary of Greek

  • Names of European cities in different languages: Q–T — v · d · …   Wikipedia

  • κανόνας — (Μαθημ.). Γεωμετρικό όργανο, με το οποίο χαράσσονται ευθύγραμμα τμήματα και παράλληλες μεταξύ τους ευθείες (επειδή ο κ. καταλήγει σε παράλληλα ευθύγραμμα τμήματα). Ο κ., μαζί με τον διαβήτη, είναι τα δύο γεωμετρικά όργανα που οι αρχαίοι Έλληνες… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»